- λιθογράφηση
- ηη εκτύπωση κειμένου ή εικόνας που είναι χαραγμένη πάνω σε λίθινη πλάκα: Η λιθογράφηση δεν είναι εύκολη δουλειά.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
λιθογράφηση — η η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού λιθογραφώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < λιθογραφῶ. Η λ., στον λόγιο τ. λιθογράφησις, μαρτυρείται από το 1853 στον Περικλή Αργυρόπουλο] … Dictionary of Greek
Σενεφέλντερ, Αλόις — (Senefelder). Γερμανός τυπογράφος, εφευρέτης της λιθογραφίας (1771 1834). Ύστερα από επίμονες προσπάθειες, κατόρθωσε να επινοήσει μέθοδο αποτύπωσης με λίθινες πλάκες. Λίγο αργότερα ίδρυσε ένα λιθογραφείο και πήρε συνεργάτες του τους αδελφούς του… … Dictionary of Greek